ΧΑΣΜΑ

Τα Χρώματα του Μίσους

ΞΕΡΕΙΣ
ΚΛΩΝΟΣ
ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΨΕΜΑ
ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΦΩΝΗ
ΟΛΟΙ ΤΟΣΟ ΜΟΝΟΙ
ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΡΕΛΑΣ
ΔΕΝ ΒΡΗΚΕΣ ΑΚΡΗ
ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ ΜΙΑΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ
ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ
ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ
Δ

ΞΕΡΕΙΣ

Ξέρουν να μένουν ζωντανοί
από αγάπη δυνατή ξετρελαμένοι
ξέρουν να λένε πως εδώ
θα ξημερώσει μία μέρα νεκρή

Ξέρουν να βλέπουν το σωστό
να ζητιανεύουν απ’ τα λόγια κρεμασμένοι
ξέρουν τον άλλο εαυτό
που περιφέρεται στην απομόνωση

Πέρασαν πολλή ζωή κλεισμένοι μες στη δυστυχία
κι έμειναν για πάντα λογικά ξεχασμένοι στη γη.
Με κανάλια στις αισθήσεις αναμνήσεις τώρα γυρεύουν
πλάνα κοντινά στα μάτια ξέρουν μονάχα να διαλέγουν.

Ξέρουν να στήνουν φυλακή
από αγάπη και από ψέμα αρρωστημένη
ξέρουν να σπέρνουν πανικό
που κυριεύει το δικό μου κορμί.

Ξέρουν να σβήνουν το μυαλό
και να κερδίζουν μονάχα με το πρέπει
ξέρουν πως είναι δυνατός
αυτός που χάνεται για την εξέλιξη.

Άνθρωποι ζήτησαν κτίρια-σπίτια
κουβούκλια θλίψης γεμάτα ανάγκη
πέταξαν όνειρα, ελπίδες για πλάκα
κι αγάπη δε βρήκαν.

Άνθρωποι που δεν άντεξαν τόση ευτυχία
και λύση ζήτησαν μέσα στην απάτη
χτίσαν πιο μεγάλες τις πινακίδες
δε βρήκαν αγάπη.

Άνθρωποι φυλακισμένοι πάντα στο τώρα
φορτώνουν διακρίσεις και αδιαφορία
ονειροβατούν σε μαθητείες δεμένοι
χωρίς σημασία.

Πανικόβλητοι τετραγωνίζουν τη σκέψη
και χρόνο χαμένο πουλούν τη ζωή μου.
Φτιάχνουν σχέδια και χίλια σημάδια
να τρυπάω τη φωνή μου

ΚΛΩΝΟΣ

Πέρασαν χρόνια και γυρίζω
και θα χαράξω όσα το δρόμο τους τραβήξαν
μ’όλες τις σκέψεις της αλήθειας
τώρα κλεισμένες πόρτες που ποτέ τους δεν ανοίξαν.
Ξέρω, τα πάντα έχουν αλλάξει
κι όμως θυμάμαι πως το χρώμα τους γνωρίζω
γύρισα σκοτεινός, νεκρός κεραυνός
εφιάλτης, πόνος, λιώνω στο κεφάλι σα νεκρός.

Ξύπνησα πάλι κουρδισμένος
σα να με γέννησε η ίδια ιστορία
σ’αυτή την πόλη εγκλωβισμένος
παραπατώ στου χρόνου την αμηχανία.
Ψάχνω στο όμορφο παρόν μου
και βρίσκω ανθρώπους που στο πρόσωπο μου μοιάζουν
μα όταν σκεφτώ την απουσία μου, φως
έγινα σκιά, χαραμίστηκα για να΄μαι δυνατός.

Μες το μυαλό μου λογική και απάτη
λέξεις χαμένες μέσα στο σκοτάδι
θα το πιστέψω πως αυτό που ζω είναι η ζωή μου
φυλακισμένος σε κλουβί.

Μόνο για να’μαι προδωμένος
θα ζήσω χρόνια μιζέριας γεμάτα ευτυχία
κι απ’τη ζωή μαγνητισμένος
θα κρατηθώ κενός με ηλίθια αστεία.
Ξέρω, θα ζω για να υπάρχω
κι όμως δε βλέπεις το φως στο παράθυρο που ανοίγω
πόσες φορές θα σου το πω, είμαι εδώ
είμαι ζωντανός κι ήρθα πάλι να σε βρω.

Κλώνος

ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΨΕΜΑ

Κύκλους κάνει το μυαλό μου
κι αρρωσταίνω στη ψυχή μου
γύρω να με τρώνει νιώθω
χάνω τη ζωή μου.

Χαραγμένη στο μυαλό μου
μια φανταχτερή πληγή μου
ψάχνω τρύπα για να φύγω
από το κορμί μου.

Είναι μέρες που σου βγαίνουν
είναι μέρες που δε βγήκαν
κι όλα αυτά που σε τρελαίνουν
δίπλα σου βρεθήκαν
Θλιβερό σε καταφέραν
λίγο λίγο σ’ αρρωστήσαν
κι απομονωθήκαν όλοι
όσοι σ’ αγαπήσαν.

Ξεφεύγω κι όλο λέω πως κοιτάζω μπροστά
και μένω στεγνός και είμαι αριθμός
οι μέρες μου περνάνε σα θλιμμένη σκιά
φαντάζω σωστός, δεν είμαι σωστός.

Κρατήθηκα από πάντα καρφωμένος καλά
και τώρα αργώ, τώρα ακροβατώ
το νιώθω και το ξέρω πως πατάω χαλαρά
στων άλλων το φως, σε ξένων το φως.

Ξεφεύγω κι όλο λέω πως κοιτάζω μπροστά
και μένω στεγνός και είμαι αριθμός
οι μέρες μου περνάνε σα θλιμμένη σκιά
φαντάζω σωστός, δεν είμαι σωστός

Συνήθεια νομίζω πως κρατάω κακιά
να παίρνω διαρκώς καινούρια στολίδια
να κόβομαι στα δύο, να ζητάω ματιά
στα σκουπίδια.

Κύκλους κάνει το μυαλό μου
κι αρρωσταίνω στην ψυχή μου
γύρω να με τρώει νιώθω
χάνω τη ζωή μου

Χαραγμένη στο μυαλό μου
μια φανταχτερή πληγή μου
ψάχνω τρύπα για να φύγω
από το κορμί μου
Τώρα μοιάζω κουρασμένος
τώρα κάτι μ’ εκδικείται
τώρα το μυαλό μου ξένους
μοιάζει να μιμείται
Καταστρέφω το μυαλό μου
κι αρρωσταίνω στην ψυχή μου
ψάχνω τρύπα για να φύγω
από το κορμί μου

ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΦΩΝΗ

Τίποτα δεν άκουγα από όσα μου είπες
μα ζητάς απαντήσεις χώρίς φόβο και πάθος.

Ξύπνησα και πάλι από λήθαργο χρόνων
και δε βλέπω την άκρη στου μυαλού μου το βάθος.

Τίποτα δεν είδα από αυτά που μου δείχνεις
φωτεινές πινακίδες σ’έναν κόσμο απάτης.

Με έπιασε η νύχτα να ζητώ εξηγήσεις
και να ψάχνω τα φώτα μιας νύχτας φευγάτης.

Και δεν έχεις φωνή που μπορεί να με πείσει
δεν έχεις φωνή που μπορεί να με σώσει
δεν έχεις φωνή να με υπηρετήσει
δεν καρδιά να με κατευοδώσει

Τίποτα δε νιώθω απ’αυτά που μου κάνεις
κι ας υπάρχουν πολλοί που από πόνο πεθαίνουν.

Πέρασα κι απόψε μια μαύρη γιορτή
και οι σκέψεις ξανά μοίαζουν να μ’αρρωσταίνουν.

Τίποτα δεν έμαθα από όσα διδάσκεις
κι ας τη βρίσκεις πολύ έχοντας απαιτήσεις.

Απομονωμένος ξημερώνω και πάλι
πάνω σ’όσα σε μάθαν ότι πρέπει να φτύσεις.

Και δεν έχεις φωνή

ΟΛΟΙ ΤΟΣΟ ΜΟΝΟΙ

Δε θες, κι άδικα μου λες
τη ζωή σου περνάς για να βρεις τη λύση
Ψάχνεις τρόπους να κρυφτείς
δεν υπάρχει κανείς για να σε βοηθήσει
Γυρνάς μόνος στα στενά
με χαμένα μυαλά μες την άγρια νύχτα
Φέρνεις την καταστροφή
μα δεν έχεις φωνή για να καλέσεις βοήθεια

Μπροστά στο χρόνο είμαστε όλοι τόσο μόνοι
Μπροστά στο θάνατο είμαστε όλοι τόσο μόνοι

Γυρεύεις τα χρυσά φτερά
για να δώσεις πνοή στο γυμνό κορμί σου
Τώρα ο δρόμος σκοτεινός
κι ο αέρας στεγνός απ’τη λογική σου
Πουλάς τρέλα φυσική
μίσος και οργή για την αμαρτία

Ψάχνεις ίχνη στο κενό
κι όλα στήνουν χορό στην ανυπαρξία

Μπροστά στο χρόνο είμαστε όλοι τόσο μόνοι
Μπροστά στο θάνατο είμαστε όλοι τόσο μόνοι

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΡΕΛΑΣ

Εδώ είναι η ζωή που θέλησες να ζήσεις
αυτά που με χαρά επιθυμούσες για καιρό
μετά από αγώνες και μάταιες θυσίες
κατάφερες να φτάσεις ένα όνειρο χρυσό

Κι όμως ο κόσμος ζητάει πληρωμή
για όλους μας θα έρθει η στιγμή της δυστυχίας
Κι όμως ο πλούτος δε δίνει διαφυγή
θα ζήσεις εποχές με εικόνες τρέλας κι αμνησίας

Εδώ είναι ο κόσμος που έχτισες γελώντας
δίνοντας τον καλύτερό σου εαυτό
χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν μονολογώντας
πως σύντομα θα φτάσει το δικό σου βατερλώ

Κι όμως…

ΔΕ ΒΡΗΚΕΣ ΑΚΡΗ

Έδωσες το χρόνο για τη συμφιλίωσή σου
μ’όσα φταίνε κι όσα μοίαζουν
να χτυπάνε το κορμί σου
Κι είναι εύκολο, το βλέπεις, να πειστείς πως είναι ανάγκη
να στερέψει το μυαλό σου
για να βρεις την άλλη άκρη

Ζητάς την αγάπη

Φρόντισες να τρέξεις πάνω σ’ότι θα βοηθήσει
για να νιώσεις πως στο βάθος
είναι μαύρη η εικόνα
Κι ο μπαμπάς με τη μαμά σου είναι τόσο ευτυχισμένοι
γιατί έχουν για παιδί
ένα παιδί που τα’χει όλα
και το μέλλον, και το παρελθόν, και το παρόν, και ότι τρέχει
κι ότι θα σου δείξει πως σε σπρώχνει στο σκοτάδι

Μα δε βρήκες άκρη
Ζητάς την αγάπη

ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ ΜΙΑΣ ΓΩΝΙΑΣ

Η απορρόφηση, που χρόνια θα τραβήξει του μυαλού σου το λουλούδι
Άλλη μια πρόταση σηκώνει το μυαλό σου σ’ένα ατέλειωτο τραγούδι ζωής
Φαντασιώνεσαι, θα φτάσεις να αγγίξεις του μυαλού σου την τηλεόραση
Κι είναι σαν κόλαση, που ψάχνεις αφορμή να βάλεις όρια σ’αυτά που μπορείς
…σηκώνει το μυαλό σου σ’ένα ατέλειωτο τραγούδι ζωής…

Βράδια κυνήγω και μοιράζω ευχές, με ρυθμό που ξεχωρίζει τις λέξεις
βράδια ζωντανός-νεκρός ακροβατώ και ζητάω χαλασμένες ζωές
καίω μανιασμένος αγάπες-φυλακές, πετάω στον αέρα τις σκέψεις
ανάποδα κοιτώ, χαραμίζω ευχές
κρέμομαι γελώντας από ύπουλες προσευχές
Προσευχές

Έτσι, θα συνηθίσεις, θα λες πως μόνος μιλάς και καταφέρνεις
να’χεις όσες ελπίδες στα όνειρά σου πετάς
όπως τα λόγια που σπέρνεις
Ξέρω, είσαι σαν άρρωστος, και συγκεντρώνεις τις λέξεις στο ρυθμό που σε καβλώνει
απομακρύνεσαι μ’όλο τον κόσμο σου
κι όλο ξυπνάς μανιασμένος μ’ένα κόκκινο σεντόνι
Μέσα στο αίμα αφινιάζεις
κάτι σαν άνθρωπος που νίωθει τα όνειρά του
και συρρικνώνεται από το άγχος του
φως στα κομμάτια που ραγίζουν την καρδιά του
Μέσα στην επιβίωση
θα βρεις τον όχλο να στέλνει συμβουλές ακινησίας
Κι όμως, θα κυνηγήσεις
μια θέση μέσα τους να΄χεις στη γωνία μιας γωνίας

ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ

Γυρνάς στη λογική, ξύπνημα φυλακή
κι η μόνη λέξη στο μυαλό σου, αμνησία
Μοιάζουν τα πάντα σου να δίνουν αφορμή
στριφογυρίζει στο μυαλό σου η προδοσία

Ψάχνεις αγάπη να δώσεις στο σκοτάδι
κι ότι πετάς είναι νεκρό απέναντί σου
ζήτησες ψέμα για ακόμα ένα βράδυ
κι ένα κορμί να κομματιάζει το κορμί σου

Μες τη ζωή σου κανένα ίχνος λογικής
στην αγάπη ψάξε την κόλασή σου, μα
δεν πειράζει, βρήκες στο τέλος να μου πεις πως σε νοίαζει
μονάχα η φυλακή σου, γι’αυτό
ψάξε άκρη σ’ότι νομίζεις ζωντανό
κι αυτό το βράδυ

Γυρνάς στη λογική, ξύπνημα φυλακή
ζήτησες κόλαση και βρήκες ευτυχία
Τώρα σα ζωντανός
κι η μέρα σου νεκρή
όλες οι σκέψεις πεταμένες σαν αστεία

Ζήτησα να υπάρχεις μονάχα σαν ανάσα
να’χεις βαμμένο το πρόσωπο με βλέμμα
κι όμως το βλέπω, κουνιέσαι και δειλιάζεις
σαν όλα να σου μοιάζουν πως είναι αληθινά

Μες τη ζωή σου…

ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ

Νομίζεις, θα κρατηθώ φυλακισμένος, θα κρεμαστώ απ’τη σκιά σου
να ζητιανεύω για ζωή
Νομίζεις, θα σου χαρίσω όσα έχω, μονάχα για να τα πουλήσεις
με τη δικιά σου λογική

Απόψε θα με κοιτάξεις, μες τα μάτια, και θα μου πεις αν η αλήθεια
φαντάζει υπερβολική
Κι αν μέσα στα πιο τρελά τα όνειρά σου βλέπεις τα χρώματα της νύχτας
σε μια μιζέρια φωτεινή

Μόνο σε κοίταξα κι απόψε, κι αναρωτιόμουν όλη τη νύχτα
Αν είχα δίκιο για όσα είπα, κι αν έχεις θάρρος για την αλήθεια
Μέσα στην άδεια τη ματιά σου, έψαξα χρόνια με φαντασία
Μόνο σε κοίταξα κι απόψε, κι είδα μιζέρια, υποκρισία

Κρατιέμαι από την άδεια την ψυχή σου, και θα σου δείξω πως υπάρχω
για μια φορά μοναδική
Θα υπάρχω μονάχα μέσα στο μυαλό σου, κάθε φορά που ξαναρχίζεις
με μια καλύτερη αρχή

Κοιτάζεις χωρίς να νιώθεις την αλήθεια, και μες το βράδυ του Σαββάτου
δε θα ξανάρθει η στιγμή
Να ουρλιάζεις όταν με δεις να τραγουδάω, και να νομίζεις πως μετράω
για τη δικιά σου τη ζωή

Μόνο σε κοίταξα κι απόψε…

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ

Όλοι πατούν εκεί που το όνειρο τελειώνει
Κι όλοι μαζί τα όνειρά μας καταστρέφουν
Στο βάθος του κήπου μια γυναίκα κλαίει μόνη

Όλοι βαμμένοι με τα χρώματα του μίσους
Όλοι βαμμένοι με τα χρώματα του μίσους

Όλοι σε ψάχνουν στα συντρίμμια της αγάπης
κι όλοι ζητούν αγάπη για να σε δοξάσουν
Μέσα απ’το τζάμι όλα φαίνεται θα τα’χεις

Όλοι βαμμένοι με τα χρώματα του μίσους
Όλοι βαμμένοι με τα χρώματα του μίσους

Δ

Σα να ξύπνησα μέσα από όνειρα χαρακωμένα
Σκέψεις χώρισαν σα δέλτα ποταμού και μέσα στην ελπίδα χάθηκαν,
μοιάζει εικόνα που χρώματα κινούμενα συνέχεια πάνω μου γεννά
κι η αλήθεια μοιάζει να ακονίζει ένα νυστέρι τρέλας τρυφερά,

κι αναρωτιέμαι μήπως
πρέπει να μείνω μόνος στη σιωπή μου
κι ας ξέρω πως δε θα έχω πια καμία σχέση
με τη ψυχή σου και τη ψυχή μου.

σα να πίστεψα πως στα όνειρά μου δεν υπάρχει τέρμα
κι αποφάσισα τα λόγια μου να ρέουν και να τα πιστεύω αληθινά
στο μυαλό μου τώρα πεταμένος μοιάζω να ζητάω μοναξιά,
ήρθε η νύχτα που χάνομαι και νιώθω ότι αρρωσταίνω ειλικρινά,

αν σε γνωρίζω λίγο
ή μήπως στη ζωή μαζί μου σε είχα
χαμένη η απάντησή μου, πεταμένη,
σ’ ένα συρτάρι, σε μια λεπίδα.

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.